ανεξέλεγκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀνεξέλεγκτος, ἀνεξέλικτος, ανεξέλικτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανεξέλεγκτος ανεξέλεγκτη ανεξέλεγκτο
γενική ανεξέλεγκτου ανεξέλεγκτης ανεξέλεγκτου
αιτιατική ανεξέλεγκτο ανεξέλεγκτη ανεξέλεγκτο
κλητική ανεξέλεγκτε ανεξέλεγκτη ανεξέλεγκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεξέλεγκτοι ανεξέλεγκτες ανεξέλεγκτα
γενική ανεξέλεγκτων ανεξέλεγκτων ανεξέλεγκτων
αιτιατική ανεξέλεγκτους ανεξέλεγκτες ανεξέλεγκτα
κλητική ανεξέλεγκτοι ανεξέλεγκτες ανεξέλεγκτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεξέλεγκτος < αρχαία ελληνική ἀνεξέλεγκτος < ἀν- στερητικό + ἐξελέγχω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανεξέλεγκτος, -η, -ο

  • που δεν μπορεί κανείς να τον ελέγξει και να τον συγκρατήσει σε κάποια όρια
    ανεξέλεγκτη κατάσταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]