rang

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

rang (en)

  1. αόριστος του ρήματος ring



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

rang 

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
rang rangs

rang (fr) αρσενικό

  1. σειρά, στοίχος, αράδα,
    Il prit une chaise sur le même rang que Winston, deux places plus loin. Une petite femme rousse [...], (από το βιβλίο «1984» του Τζώρτζ Όργουελ, όπως μεταφράστηκε στη γαλλική)
  2. βαθμός, τάξη, θέση
  3. κοινωνική τάξη
  4. (στη ζωή) σταθμός