rare
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | rare |
| συγκριτικός | rarer |
| υπερθετικός | rarest |
Επίθετο
[επεξεργασία]rare (en)
- σπάνιος, που δεν γίνεται, δεν φαίνεται, δεν συμβαίνει κτλ. πολύ συχνά
It’s rare for him to be late.
- Είναι σπάνιο ν' αργήσει.
It is not a rare occurrence.
- Δεν είναι σπάνιο περιστατικό.
Hotels are rare here.
- Τα ξενοδοχεία είναι σπάνια εδώ.
- σπάνιος, που υπάρχει μόνο σε μικρούς αριθμούς και επομένως είναι πολύτιμο ή ενδιαφέρον
rare books/stamps - σπάνια βιβλία/γραμματόσημα
a man with rare abilities - άνθρωπος με σπάνιες ικανότητες
- σενιάν, πολύ λίγο ψημένος, για κρέας που ψήνεται για λίγο, ώστε το εσωτερικό να είναι ακόμα κόκκινο
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rare | rares |
Επίθετο
[επεξεργασία]rare (fr) αρσενικό ή θηλυκό