regina
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- regina < πρωτοϊταλική rēginā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃rḗǵnih₂ (βασίλισσα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]regina θηλυκό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | regina | reginae |
| γενική | reginae | reginārum |
| δοτική | reginae | reginīs |
| αιτιατική | reginam | reginās |
| κλητική | regina | reginae |
| αφαιρετική | reginā | reginīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- regina - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]regina (it)