religiulo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

religiulo < religio (θρησκεία) + ulo (άνθρωπος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική religiulo religiuloj
αιτιατική religiulon religiulojn

religiulo (eo)

  1. θρήσκος άνθρωπος