ripple
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ripple | ripples |
ripple (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ripple |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | ripples |
| αόριστος | rippled |
| παθητική μετοχή | rippled |
| ενεργητική μετοχή | rippling |
ripple (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ρυτιδώνω, κυματίζω ελαφρά, κινούμαι ή κάνω κάτι να κινηθεί σε πολύ μικρά κύματα
The breeze rippled the calm waters of the lake.
- Η αύρα ρυτίδωνε τα ήρεμα νερά της λίμνης.
The wheat rippled in the breeze.
- Το σιτάρι κυμάτισε ελαφρά με τ' αεράκι.