sédentaire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /se.dɑ̃.tɛʁ/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sédentaire < λατινική sedentarius < sedere, κάθομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sédentaire sédentaires

sédentaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γεωγραφία, ιστορία, λέγεται για πληθυσμούς) μη νομαδικός
  2. που δεν θέλει να εγκαταλείπει την κατοικία του, σπιτόγατος
  3. σταθερός σε έναν τόπο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sédentaire sédentaires

sédentaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. μη νομαδικός
    peuple sédentaire/nomade - μη νομαδικός/νομαδικός λαός

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]