semainier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sə.mɛ.nje/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

semainier < semaine

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό semainier semainiers
θηλυκό semainière semainières

semainier (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  • κληρικός που εκτελεί ορισμένες εργασίες σε μια θρησκευτική κοινότητα για τη διάρκεια μιας βδομάδας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
semainier semainiers

semainier (fr) αρσενικό

  1. ατζέντα γραφείου που εμφανίζει τις μέρες μιας βδομάδας
  2. μικρό έπιπλο με εφτά ράφια
  3. βραχιόλι με εφτά δακτύλιους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]