βραχιόλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βραχιόλι βραχιόλια
γενική βραχιολιού βραχιολιών
αιτιατική βραχιόλι βραχιόλια
κλητική βραχιόλι βραχιόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραχιόλι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραχιόλι ουδέτερο

  1. κόσμημα, στρογγυλού σχήματος, που φοριέται στον καρπό του χεριού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]