βραχιόλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βραχιόλι τα βραχιόλια
      γενική του βραχιολιού των βραχιολιών
    αιτιατική το βραχιόλι τα βραχιόλια
     κλητική βραχιόλι βραχιόλια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραχιόλι < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βραχιόλι ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]