showing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

showing (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος show


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

showing (en)

  1. επίδειξη, προβολή έργου
  2. εμφάνιση, εικόνα(έκανε καλή εμφάνιση, κακή εμφάνιση, έδωσε καλή ή κακή εικόνα)