sign in
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sign in |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | signs in |
| αόριστος | signed in |
| παθητική μετοχή | signed in |
| ενεργητική μετοχή | signing in |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]sign in (en)
- (πληροφορική) συνδέομαι, εκτελώ τις ενέργειες που μου επιτρέπουν να αρχίσω να χρησιμοποιώ έναν υπολογιστή, μια εφαρμογή ή έναν λογαριασμό