silnik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική silnik silniki
γενική silnika silników
δοτική silnikowi silnikom
αιτιατική silnik silniki
οργανική silnikiem silnikami
τοπική silniku silnikach
κλητική silniku silniki


Ετυμολογία [επεξεργασία]

silnik < silny

Προφορά[επεξεργασία]

silnik 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

silnik (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]