silnik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική silnik silniki
γενική silnika silników
δοτική silnikowi silnikom
αιτιατική silnik silniki
οργανική silnikiem silnikami
τοπική silniku silnikach
κλητική silniku silniki


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

silnik < silny

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

silnik 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

silnik (pl) αρσενικό

  1. ο κινητήρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]