slam

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
slam slams

slam (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας slam
γ΄ ενικό ενεστώτα slams
αόριστος slammed
παθητική μετοχή slammed
ενεργητική μετοχή slamming

slam (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω, κλείνω με δύναμη
    Don’t slam doors! - Μη χτυπάτε τις πόρτες!
  2. (μεταβατικό) προσκρούω/πετάω κάτι με ορμή
    He slammed the book down and left.
    Πέταξε το βιβλίο κάτω με ορμή κι έφυγε.

Πηγές[επεξεργασία]