sleep

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sleep sleeps

sleep (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο ύπνος
    I need some sleep - χρειάζομαι ύπνο (να κοιμηθώ)
    I' m going to have a quick sleep - θα πάρω έναν υπνάκο
  2. η τσίμπλα
     συνώνυμα: sleepy

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας sleep
γ΄ ενικό ενεστώτα sleeps
αόριστος slept
παθητική μετοχή slept
ενεργητική μετοχή sleeping
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

sleep (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]