Μετάβαση στο περιεχόμενο

slightly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός slightly
συγκριτικός more slightly
υπερθετικός most slightly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
slightly < slight + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

slightly (en)

  • ελαφρώς, ελαφρά, ελάχιστα, λίγο
    παράδειγμα  slightly better - ελαφρώς καλύτερος
    παράδειγμα  He was slightly injured.
    Τραυματίστηκε ελαφρά.
    παράδειγμα  Who wants to take part in a slightly dangerous biological experiment?
    Ποιος θέλει να πάρει μέρος σε ένα ελάχιστα επικίνδυνο βιολογικό πείραμα;
    παράδειγμα  The road goes slightly uphill.
    Ο δρόμος ανηφορίζει λίγο.