spotkanie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική spotkanie spotkania
γενική spotkania spotkań
δοτική spotkaniu spotkaniom
αιτιατική spotkanie spotkania
οργανική spotkaniem spotkaniami
τοπική spotkaniu spotkaniach
κλητική spotkanie spotkania

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spɔt.ˈkã.ɲɛ/
Ήχος 

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

spotkanie (pl) < spotkać τετελεσμένο (spotykać μη τετελεσμένο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spotkanie (pl) ουδέτερο

  1. η συνάντηση