staple

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

staple (en)

bread is staple food for Europeans

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Staple

staple (en)

  1. συνδετήρας συρραπτικού
  2. καρφί σχήματος U