tabou

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tabou < taboo < αγγλική taboo < πολυνησιακή tapu, απαγορευμένος, ιερός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.bu/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tabou tabous

tabou (fr) αρσενικό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tabou tabous
θηλυκό taboue taboues

tabou (fr)

  • που υπόκειται στο ταμπού, που απαγορεύεται εξαιτίας ενός ταμπού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]