ταμπού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταμπού < γαλλική tabou < αγγλική taboo < τόνγκα tapu (απαγορευμένος) < πρωτοπολυνησιακή *tapu

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταμπού ουδέτερο άκλιτο

  1. (θρησκεία) πρόσωπο ή αντικείμενο ιερόμολυσμένο, μιαρό), που δεν επιτρέπεται να το πλησιάσουμε ή να το χρησιμοποιήσουμε
  2. (κατʼ επέκταση) πρόσωπο ή κατάσταση, (για) τα οποία αποφεύγουμε να συζητάμε ή να τα κριτικάρουμε

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]