tremble
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tremble | trembles |
tremble (en)
- το αποτέλεσμα του ρήματος tremble (τρέμω)μ τρεμούλιασμα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tremble |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | trembles |
| αόριστος | trembled |
| παθητική μετοχή | trembled |
| ενεργητική μετοχή | trembling |
tremble (en)