Μετάβαση στο περιεχόμενο

unwise

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unwise
συγκριτικός unwiser
υπερθετικός unwisest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unwise < un- + wise

Επίθετο

[επεξεργασία]

unwise (en)

  • ανόητος, βλακώδης, ηλίθιος, χαζός
    παράδειγμα  What you did was unwise.
    Αυτό που έκανες ήταν ανόητο/ηλίθιο.
    παράδειγμα  an unwise question - βλακώδης ερώτηση
    παράδειγμα  We mistook him as unwise, but he proved to be brilliant.
    Tον είχαμε για χαζό, αλλά αποδείχτηκε πανέξυπνος.
    παράδειγμα  You will be unwise if you leave such a job/if you sell the house.
    Θα είσαι χάζος αν αφήσεις τέτοια δουλειά/αν πουλήσεις το σπίτι.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη foolish
     αντώνυμα: wise

Σύνθετα

[επεξεργασία]