Μετάβαση στο περιεχόμενο

w

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: W

Διεθνείς όροι (uni)

[επεξεργασία]
w λατινικό μικρό
w
w decimal
w Unicode (U+0077)
LATIN SMALL LETTER W
Δείτε και το ʍ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
w < το πεζό γράμμα w του λατινικού αλφαβήτου < κεφαλαίο γράμμα από τη λατινική W

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Σύμβολο

[επεξεργασία]

w

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]
w λατινικό μικρό
w
&#119; decimal
&#x0077; Unicode (U+0077)
LATIN SMALL LETTER W
Δείτε και το κεφαλαίο W

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
w: πεζό γράμμα < κεφαλαίο γράμμα από τη λατινική W

Σύμβολο

[επεξεργασία]

w πεζό γράμμα (κεφαλαίο: W)



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Χαρακτήρας

[επεξεργασία]

w (en)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Χαρακτήρας

[επεξεργασία]

w (pl)

Πρόθεση

[επεξεργασία]

w (pl)

  1. πρόθεση που δείχνει:
    1. εσωτερικό τοποθεσίας στην οποία αναφέρεται η ενέργεια
      παράδειγμα mieszkam w Atenach
      μένω στην Αθήνα
    2. χρόνο στον οποίο γίνεται η ενέργεια
      παράδειγμα  centrum stolicy będzie w sobotę zamknięte dla ruchu
      το κέντρο της πρωτεύουσας θα μείνει κλειστό για τα οχήματα το Σάββατο
    3. κάτι που φοριέται
      παράδειγμα  mogę czytać tylko w okularach
      μπορώ να διαβάσω μόνο με γιαλιά

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • πολλές φορές, χάριν ευφωνίας, μετατρέπεται σε we (π.χ. "we Wrocławiu”)