ημίφωνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ημίφωνο ημίφωνα
γενική ημιφώνου ημιφώνων
αιτιατική ημίφωνο ημίφωνα
κλητική ημίφωνο ημίφωνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημίφωνο < ημι- + φωνή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημίφωνο ουδέτερο

  1. (στη γραμματική της αρχαίας ελληνικής) τα εξακολουθητικά σύμφωνα (σ, λ, ρ, μ, ν) σε αντίθεση με τα άφωνα (στιγμιαία ή φραγμογενή)
  2. φθόγγος μεταξύ φωνήεντος και συμφώνου όπως ο /j/ και ο /w/

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]