wade
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| wade | wades |
wade (en)
- βάδισμα σε νερό
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | wade |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | wades |
| αόριστος | waded |
| παθητική μετοχή | waded |
| ενεργητική μετοχή | wading |
wade (en)
- περπατάω μέσα στα νερά με κάποια δυσκολία
- (μεταφορικά) προχωράω με δυσκολία