wissen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Wissen

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

wissen (de) (παρατατικός: wusste, μετοχή παρακειμένου: gewusst)

  • γνωρίζω, ξέρω
    "ich weiß, dass ich nichts weiß" (Sokrates) - "ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα" (Σωκράτης)