wrinkle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wrinkle (en)

  1. η ρυτίδα
  2. ενδιαφέρουσα πτυχή, απρόοπτο στην πλοκή, νέα διαφοροποίηση
    Συνώνυμα: twist