wrinkled
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | wrinkled |
| συγκριτικός | more wrinkled |
| υπερθετικός | most wrinkled |
wrinkled (en)
- ρυτιδωμένος, τσαλακωμένος, που έχει ρυτίδες
a wrinkled face - ρυτιδωμένο πρόσωπο
wrinkled clothes - τσαλακωμένα ρούχα
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]wrinkled (en)