άλσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άλσος άλση
γενική άλσους αλσών
αιτιατική άλσος άλση
κλητική άλσος άλση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άλσος < αρχαία ελληνική ἄλσος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άλσος ουδέτερο

  1. μικρό δάσος, κυρίως τεχνητό και συνήθως μέσα στα όρια κατοικημένης περιοχής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]