δάσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάσος δάση
γενική δάσους δασών
αιτιατική δάσος δάση
κλητική δάσος δάση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δάσος < δασύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ˈða.sɔs/
δάσος στην Ελβετία.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

δάσος ουδέτερο

  1. ένα πυκνό σύνολο δέντρων που καλύπτει μια σχετικά μεγάλη έκταση.
  2. (μεταφορικά) ένα πυκνό σύνολο από ομοειδή αντικείμενα
    ένα δάσος από κίονες, ένα δάσος από ανεμογεννήτριες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []