άμεμπτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈa.mɛm.ptɔs/
[
]
Επίθετο
άμεμπτος, -η, -ο
- που κανείς δεν μπορεί να τον μεμφθεί για κάτι, που δεν επιδέχεται κατηγορία
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
άμεμπτος