άναυδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- άναυδος < αρχαία ελληνική ἄναυδος < ἀν- στερητικό + αὐδή (φωνή)
[
]
Επίθετο
άναυδος -η -ο
- άφωνος από κατάπληξη, κατάπληκτος
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
άναυδος