αβοκάντο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αβοκάντο < αγγλική avocado
Ουσιαστικό
αβοκάντο ουδέτερο
- ο καρπός του δέντρου Persea americana που ευδοκιμεί στην Κεντρική Αμερική