αβοκάντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

κλαδί του αβοκάντο με ανώριμο καρπό
ένα αβοκάντο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αβοκάντο < αγγλική avocado < ισπανική aguacate < ναχουάτλ ahuacatl

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αβοκάντο ουδέτερο άκλιτο

  • (βοτανική) αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Persea americana) που ευδοκιμεί στην Κεντρική Αμερική, με ωοειδή ή ελλειψοειδή φύλλα και εδώδιμους καρπούς
  • ο καρπός του παραπάνω δέντρου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]