αερολιμένας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αερολιμένας αερολιμένες
γενική αερολιμένα αερολιμένων
αιτιατική αερολιμένα αερολιμένες
κλητική αερολιμένα αερολιμένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αερολιμένας < αερο- (< αέρας) + λιμένας < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική airport

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾɔ.li.ˈmɛ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αερολιμένας αρσενικό

  1. (αεροπορικός όρος): το αεροδρόμιο

32πχ Μεταφράσεις[]