ασπάλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασπάλακας ασπάλακες
γενική ασπάλακα ασπαλάκων
αιτιατική ασπάλακα ασπάλακες
κλητική ασπάλακα ασπάλακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ασπάλακας < αρχαία ελληνική ἀσπάλαξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /as.ˈpa.la.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ασπάλακας αρσενικό

  • ο τυφλοπόντικας, θηλαστικό εντομοφάγο ζώο, με πολύ μικρά μάτια που κρύβονται κάτω από το δέρμα
  • (μεταφορικά) άνθρωπος πνευματικά τυφλός

32πχ Μεταφράσεις[]