τυφλός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τυφλός < αρχαία ελληνική τυφλός
[
]
Επίθετο
τυφλός -ή -ό
- που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη
- που δεν απαιτεί να βλέπει κανείς για να το κάνει σωστά
- τυφλό σύστημα γραφομηχανής
- (μεταφορικά) που δεν είναι σε θέση να κρίνει σωστά επειδή εμφορείται από έντονα συναισθήματα
- τυφλός από θυμό
- που τυφλώνει, στερεί την κρίση
- τυφλό μίσος
- που δεν έχει άνοιγμα
- τυφλός τοίχος (χωρίς παράθυρα)
- που έχει πύλη εισόδου αλλά όχι εξόδου
[
] Εκφράσεις
- στα τυφλά: χωρίς κάποιος να βλέπει, μέσα στο σκοτάδι
- στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος
[
]
[
]
Μεταφράσεις
τυφλός
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- τυφλός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
τυφλός
- τυφλός
- τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τόν τε νοῦν τά τ' ὄμματ' εἶ