αύρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αύρα αύρες
γενική αύρας αυρών
αιτιατική αύρα αύρες
κλητική αύρα αύρες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αύρα < αρχαία ελληνική αὔρα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αύρα θηλυκό

  1. ελαφρό αεράκι που γίνεται ελάχιστα αισθητό
  2. υποθετικό, ορατό από μυημένους, υλικό που περιβάλλει ζωντανά ή νεκρά αντικείμενα
  3. (μεταφορικά) η αίσθηση που προκαλλεί ένα άτομο στο περιβάλλον του
  4. τροχοφόρο όχημα της αστυνομίας που χρησιμοποιείται κυρίως για καταστολή διαδηλώσεων


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη