αύρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αύρα | αύρες |
| γενική | αύρας | αυρών |
| αιτιατική | αύρα | αύρες |
| κλητική | αύρα | αύρες |
[
]
Ετυμολογία
- αύρα < αρχαία ελληνική αὔρα
[
]
Ουσιαστικό
αύρα θηλυκό
- ελαφρό αεράκι που γίνεται ελάχιστα αισθητό
- υποθετικό, ορατό από μυημένους, υλικό που περιβάλλει ζωντανά ή νεκρά αντικείμενα
- (μεταφορικά) η αίσθηση που προκαλλεί ένα άτομο στο περιβάλλον του
- τροχοφόρο όχημα της αστυνομίας που χρησιμοποιείται κυρίως για καταστολή διαδηλώσεων
[
]
Μεταφράσεις
αύρα