βάγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Βάγια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. βάγια < πληθυντικός του βάγιο
  2. βάγια < πληθυντικός του βάγιο
  3. βάγια < μεσαιωνική ελληνική βαγία < ελληνιστική κοινή βαΐα < λατινικά *bajia (βλ. υστερολατινική bajula=τροφός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

βάγια ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό)

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

βάγια θηλυκό

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάγια βάγιες
γενική βάγιας βαγιών
αιτιατική βάγια βάγιες
κλητική βάγια βάγιες
  1. η δάφνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό 3[]

βάγια θηλυκό

  1. η παραμάνα, η τροφός