διακεκριμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διακεκριμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος διακρίνομαι.

Open book 01.svg Μετοχή[]

διακεκριμένος αρσενικό, διακεκριμένη θηλυκό, διακεκριμένο ουδέτερο

  • που έχει διακριθεί σε κάποιον επαγγελματικό, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό τομέα, που ξεχωρίζει για την προσφορά του και έχει αποσπάσει διακρίσεις γι' αυτήν.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]