διαλύτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διαλύτης < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
διαλύτης αρσενικό
- (χημεία) ουσία που μαζί με άλλες ουσίες δημιουργεί ομογενή μίγματα
- Ο καλύτερος διαλύτης είναι το νερό, μπορεί να διαλύσει χιλιάδες ή εκατομύρια άλλες ουσίες, όπως άλατα, οξέα και βάσεις.