διαλύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαλύτης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαλύτης αρσενικό

  1. (χημεία) ουσία που μαζί με άλλες ουσίες δημιουργεί ομογενή μίγματα
    Ο καλύτερος διαλύτης είναι το νερό, μπορεί να διαλύσει χιλιάδες ή εκατομύρια άλλες ουσίες, όπως άλατα, οξέα και βάσεις.


32πχ Μεταφράσεις[]