ομογενής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ομογενής | ομογενής | ομογενές |
| γενική | ομογενούς | ομογενούς | ομογενούς |
| αιτιατική | ομογενή | ομογενή | ομογενές |
| κλητική | ομογενή(ς) | ομογενής | ομογενές |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ομογενείς | ομογενείς | ομογενή |
| γενική | ομογενών | ομογενών | ομογενών |
| αιτιατική | ομογενείς | ομογενείς | ομογενή |
| κλητική | ομογενείς | ομογενείς | ομογενή |
Ετυμολογία [
]
- ομογενής < αρχαία ελληνική ὁμογενής < ὁμοῦ + γένος
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ʝɛ.ˈnis/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ɔ.mɔ.ʝɛ.ˈnɛs/ ουδέτερο
Επίθετο [
]
ομογενής
- που κατάγεται από τ ίδιο γένος με άλλους, που ακήνει στην ίδια εθνότητα με άλλους
- που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
- (φυσική) ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
- (χημεία) μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι
[
]
Μεταφράσεις [
]
Ελληνικά (el) [
]
Ουσιαστικό [
]
ομογενής αρσενικό ή θηλυκό
- Έλληνας ή Ελληνίδα που έχει εγκατασταθεί για πολλά χρόνια ή έχει γεννηθεί στο εξωτερικό