διανομέας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διανομέας | διανομείς |
| γενική | διανομέα | διανομέων |
| αιτιατική | διανομέα | διανομείς |
| κλητική | διανομέα | διανομείς |
[
]
Ετυμολογία
- διανομέας < διανομ(ή) + -εύς
[
]
Ουσιαστικό
διανομέας αρσενικό
- αυτός που διανέμει και κυρίως παραδίδει ορισμένο αντικείμενο στο δικαιούχο
- ταχυδρομικός διανομέας
- ονομασία συσκευών, κυρίως ηλεκτρονικών, με τις οποίες γίνεται η διανομή ύλης ή ενέργειας
- διανομέας 802.11g με 4 θέσεις ethernet 10/100