δικαιολογημένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δικαιολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δικαιολογώ
[
]
Προφορά
[
]
Μετοχή
δικαιολογημένος -η -ο
- που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται
- άργησε να έρθει αλλά είναι δικαιολογημένος λόγω της απεργίας των λεωφορείων
- στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες
- που έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι κατανοητός ή θεωρείται δίκαιος
- δικαιολογημένη αγανάκτηση νιώθουν οι κάτοικοι του χωριού για την εγκατάλειψή τους από το κράτος
- δικαιολογημένη έκρηξη οργής