δικαιολογημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δικαιολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δικαιολογώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ði.cɛ.ɔ.lɔ.ʝi.ˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[]

δικαιολογημένος -η -ο

  1. που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται
    άργησε να έρθει αλλά είναι δικαιολογημένος λόγω της απεργίας των λεωφορείων
    στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες
  2. που έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι κατανοητός ή θεωρείται δίκαιος
    δικαιολογημένη αγανάκτηση νιώθουν οι κάτοικοι του χωριού για την εγκατάλειψή τους από το κράτος
    δικαιολογημένη έκρηξη οργής

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]