δρυοκολάπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δρυοκολάπτης δρυοκολάπτες
γενική δρυοκολάπτη δρυοκολαπτών
αιτιατική δρυοκολάπτη δρυοκολάπτες
κλητική δρυοκολάπτη δρυοκολάπτες
RO B Carol Park green woodpecker crop.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρυοκολάπτης < αρχαία ελληνική δρυοκολάπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρυοκολάπτης αρσενικό

  • (ορνιθολογία) πουλί της οικογένειας των δρυοκολαπτιδών που ανοίγει οπές σε συνήθως γερασμένα δέντρα και αναζητεί τροφή ή φτιάχνει εκει τη φωλιά του
    δρυοκολάπτης ο μείζων (Picus major)
    δρυοκολάπτης ο χλωρός δηλαδή πράσινος (Picus viridis)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική δρυοκολάπτης δρυοκολάπτα δρυοκολάπται
Γενική δρυοκολάπτου δρυοκολάπταιν δρυοκολαπτῶν
Δοτική δρυοκολάπτ δρυοκολάπταιν δρυοκολάπταις
Αιτιατική δρυοκολάπτην δρυοκολάπτα δρυοκολάπτας
Κλητική δρυοκολάπτα δρυοκολάπτα δρυοκολάπται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρυοκολάπτης < δρῦς + -ο- + κολάπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρυοκολάπτης

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]