εγγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική εγγενής εγγενής εγγενές
γενική εγγενούς εγγενούς εγγενούς
αιτιατική εγγενή εγγενή εγγενές
κλητική εγγενή(ς) εγγενής εγγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγγενείς εγγενείς εγγενή
γενική εγγενών εγγενών εγγενών
αιτιατική εγγενείς εγγενείς εγγενή
κλητική εγγενείς εγγενείς εγγενή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εγγενής < αρχαία ελληνική ἐγγενής < ἐν + γένος

Open book 01.svg Επίθετο[]

εγγενής

  1. χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση
    το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες
  2. που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων
    εγγενής πολλαπλασιασμός

32πχ Μεταφράσεις[]