εντατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική εντατικός εντατική εντατικό
γενική εντατικού εντατικής εντατικού
αιτιατική εντατικό εντατική εντατικό
κλητική εντατικέ εντατική εντατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντατικοί εντατικές εντατικά
γενική εντατικών εντατικών εντατικών
αιτιατική εντατικούς εντατικές εντατικά
κλητική εντατικοί εντατικές εντατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εντατικός < ελληνιστική κοινή ἐντατικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛⁿ.da.ti.ˈkɔs/ {{α}]
ΔΦΑ : /ɛⁿ.da.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛⁿ.da.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

εντατικός, -ή, -ό

  1. που γίνεται με ένταση
  2. χαρακτηρισμός για δραστηριότητα που γίνεται με μεγάλη ένταση, για να μειωθεί ο χρόνος επίτευξης του αποτελέσματος ή να αυξηθεί το παραγόμενο αποτέλεσμα
    εντατική καλλιέργεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]