εξεζητημένος
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εξεζητημένος < από τον παθητικό παρακείμενο του αρχαίου ρήματος ἐκζητῶ.
[
]
Μετοχή
| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|
|}