εξόριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξόριστος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

εξόριστος

  1. που μένει μακριά από τη χώρα του, από τον τόπο του, είτε από προσωπική επιλογή είτε διότι εξαναγκάστηκε


32πχ Μεταφράσεις[]