επαρχία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επαρχία | επαρχίες |
| γενική | επαρχίας | επαρχιών |
| αιτιατική | επαρχία | επαρχίες |
| κλητική | επαρχία | επαρχίες |
Ετυμολογία [
]
- επαρχία < μεταγενέστερη ελληνική ἐπαρχία < ἔπαρχος < αρχαία ελληνική ἐπάρχω
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɛ.paɾ.ˈçi.a/
Ουσιαστικό [
]
επαρχία θηλυκό
- διοικητική υποδιαίρεση ενός κράτους
- οι επαρχίες του Ρωμαϊκού κράτους
- διοικητική υποδιαίρεση του νομού
- επαρχία Πυλίας του νομού Μεσσηνίας
- η περιοχή της δικαιοδοσίας ενός μητροπολίτη
- ο νέος μητροπολίτης περιόδευσε στους ναούς της επαρχίας του
- κάθε περιοχή μακριά από την πρωτεύουσα
- οι άνθρωποι της επαρχίας πολλές φορές αισθάνονται αγνοημένοι από την κεντρική διοίκηση