ηλιοτρόπιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ηλιοτρόπιο | ηλιοτρόπια |
| γενική | ηλιοτροπίου | ηλιοτροπίων |
| αιτιατική | ηλιοτρόπιο | ηλιοτρόπια |
| κλητική | ηλιοτρόπιο | ηλιοτρόπια |
[
]
Ετυμολογία
- ηλιοτρόπιο < αρχαία ελληνική ἡλιότροπος.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.ʎɔ.ˈtɾɔ.pi.ɔ/
[
]
Ουσιαστικό
ηλιοτρόπιο ουδέτερο