ημερολόγιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ημερολόγιο | ημερολόγια |
| γενική | ημερολογίου | ημερολογίων |
| αιτιατική | ημερολόγιο | ημερολόγια |
| κλητική | ημερολόγιο | ημερολόγια |
Ετυμολογία [
]
- ημερολόγιο < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /i.mɛ.ɾɔ.ˈlɔ.ʝi.ɔ/
Ουσιαστικό [
]
ημερολόγιο ουδέτερο
- σύστημα που ακολουθείται από ένα ή περισσότερους λαούς σχετικά με τον καθορισμό της διάρκειας του έτους, των μηνών, τον καθορισμό των δίσεκτων ετών ή άλλων μορφών εμβόλιμων ημερών κλπ
- ηλιακό, σεληνιακό, Ιουλιανό, Γρηγοριανό ημερολόγιο
- έντυπο που αναγράφει όλες τις ημέρες του έτους, συχνά με πρόσθετες πληροφορίες όπως οι θρησκευτικές εορτές, η ανατολή και η δύση του ήλιου κλπ
- η προσωπική καταγραφή των σκέψεων και της ζωής κάποιου
- το βιβλίο που κάποιος καταγράφει τις σκέψεις του και τη ζωή του